Νίκος Χαλδαιάκης - Κοιτάζοντας πίσω πας μπροστά
 

Συνέντευξη στον Δημήτρη Βάκη

Σε εποχές που η παράδοση ε(νε)δρεύει κατ’ ουσίαν σε προθήκες μουσείων, σε λεωφόρους επετείων της 25ης Μαρτίου και σε τουριστικά μαγαζιά με τσολιαδάκια στο Μοναστηράκι, θέλει μια κάποια τόλμη για να τη βλέπεις διαφορετικά.

Να οραματίζεσαι, ας πούμε, πως θα την εντάξεις στη σημερινή μουσική -και όχι μόνο- πραγματικότητα, ώστε να γίνει κτήμα των «παιδιών με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα», που πλέον έγιναν παιδιά με το σκουλαρίκι στη μύτη, αλλά παραμένουν γοητευμένα ή αγανακτισμένα με τα ίδια θέματα που έρχονται από πολύ παλιά. Και, γενικά, να πιστεύεις ότι κοιτάζοντας πίσω πας μπροστά, όπως ο Νίκος Χαλδαιάκης που μόλις παρουσίασε τον δίσκο Οι Μερακλήδες Το ’χουνε!.. (1), ερμηνεύοντας παραδοσιακά τραγούδια από την Αίγινα και τη Λέσβο.

Η Αίγινα και η Μυτιλήνη απέχουν μεταξύ τους αρκετά ναυτικά μίλια. Ποιος νοηματικός ιστός συνδέει τα τραγούδια του δίσκου και τα δύο νησιά;
Όσον αφορά στην προέλευση των τραγουδιών θα ήθελα πρώτα να ξεκαθαρίσω το εξής: στον χώρο της παραδοσιακής μουσικής είναι, νομίζω, πολύ απόλυτο να ισχυριστούμε ότι ένα τραγούδι έχει μία μόνο και συγκεκριμένη πατρίδα. Και αυτό γιατί πολλά τραγούδια έχουν κοινό τόπο καταγωγής, ή κοινή μουσική μήτρα με τραγούδια άλλων περιοχών. Άρα, εκ προοιμίου, οι περιοχές που αναφέρονται δεν είναι και η απόλυτη ρίζα, ή η απόλυτη γενεσιουργός γεωγραφική περιοχή η οποία τα ανάπλασε. Αυτό υπάρχει ως πραγματικότητα, όχι μόνο στην παραδοσιακή μουσική αλλά και σε άλλα είδη. Τώρα, όσον αφορά σε αυτή καθεαυτή την ανάλυση των περιοχών, η πρώτη, η Αίγινα, για τη μουσική παράδοση της οποίας δεν γνωρίζουμε τόσα όσα για άλλα μέρη, είναι ο τόπος καταγωγής μου…
Για τα μουσικά πράγματα της Αίγινας έχουν γράψει πολλοί. Ο Μάρκος Δραγούμης στο πρόσφατο βιβλίο(2) του περιγράφει παραστατικά τον πλούτο των τραγουδιών της Αίγινας, τα οποία, κατά βάσιν, είναι επηρεασμένα από δύο βασικούς άξονες. Ο ένας της Μικράς Ασίας και ο άλλος της Πελοποννήσου. Προσωπική μου εκτίμηση -χωρίς καμμία έννοια επιστημονικής ανάλυσης, απλά μέσα από τη γνώση και την πρακτική ενασχόληση, να το πω έτσι, διότι δεν προσπαθώ να αναγορευτώ σε ερευνητή και άλλωστε δεν είμαι- είναι ότι τραγούδια της Αίγινας, έτσι όπως το λέμε απλά, δεν υπάρχουν. Υπάρχουν όμως τραγούδια που καταγράφηκαν στην Αίγινα, τραγουδήθηκαν από ανθρώπους -μεταξύ αυτών, σε κάποια καταγραφή του 1956, είναι και η μητέρα του πατέρα μου, Βασιλική Χαλδαιάκη, η οποία δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή- και έτσι ακούστηκαν και τα μάθαμε.

Αναφέρεστε, φαντάζομαι, στις καταγραφές που έκανε η Δέσποινα Μαζαράκη και αργότερα η Γωγώ Κουλικούρδη και ο Μάρκος Δραγούμης.
Ακριβώς. Όλ’ αυτά μάς φανερώθηκαν σ’ έναν δίσκο(3) που έβγαλε το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, κι έτσι έχουμε μια πρώτη γεύση των ακουσμάτων από την Αίγινα, ένα μέρος των οποίων περιλαμβάνεται και στον δίσκο Οι Μερακλήδες Το ’χουνε!.. Τα τραγούδια αυτά εμείς δεν τα λέμε με τρόπο διαφορετικό, ούτε παραλλάσσοντας τη μουσική τους φόρμα• απλώς μ’ ένα πιο φρέσκο, θα έλεγα, μουσικό άκουσμα. Κι αυτό στηρίζεται αφενός στους εξαίρετους μουσικούς που παίζουν, αφετέρου στη μουσική επιμέλεια του φίλου μου Γρηγόρη Βασίλα, που με επιμονή και υπομονή κατάφερε να αναστήσει αυτά τα ακούσματα.

Ο Γρηγόρης Βασίλας, αν δεν κάνω λάθος, είναι από τη Μυτιλήνη, τη δεύτερη περιοχή της μουσικής καταγραφής του δίσκου.
Από τον Μεσότοπο -που κι εγώ επισκέφθηκα πρώτη φορά στον γάμο της αδελφής του, όπου παίξαμε, τραγουδήσαμε, γλεντήσαμε και, επί δύο συνεχή καλοκαίρια, πέρυσι δηλαδή και φέτος, βρέθηκα πάλι- ο οποίος πλέον αποτελεί έναν οικείο χώρο, σαν μία δεύτερη πατρίδα μου, μετά την Αίγινα.
Αυτό που συνδέει τα τραγούδια είναι ότι το νοηματικό μέρος είναι κοινό. Μιλάνε για τον έρωτα και για τα ταξίδια της ψυχής. Εξάλλου, το καθαρά μουσικό μέρος τους έχει κάτι κοινό. Είναι τα ακούσματα των παραλίων της Μικράς Ασίας, που ήρθαν σε αυτήν τη «χοάνη» του Αιγαίου και δέθηκαν. Ναι μεν η Μυτιλήνη είναι κοντά στα παράλια, και η Αίγινα βρίσκεται μακριά, αλλά με την σπογγαλιεία, τους σφουγγαράδες που πηγαίνανε στην Κάλυμνο, στην Αφρική, σε όλ’ αυτά τα μέρη, κι ακούγανε τα τραγούδια, έχουμε αυτό το πλέξιμο και τη συνάφεια. Στην Αίγινα, επίσης, βρέθηκαν και πολλοί πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.

Στον αιώνα του Internet, που όλοι δείχνουν να βιάζονται να πάνε στο αύριο, εσείς βρεθήκατε να κοιτάζετε την παράδοση, που -θεωρητικά τουλάχιστον- έρχεται από το χτες. Τι μπορεί να βρούμε κοιτάζοντας πίσω;
Σ’ αυτές τις μουσικές φόρμες, σ’ αυτούς τους στίχους που αποτελούν κομμάτι αναπόσπαστο των τραγουδιών και πολύ σημαντικό, βρίσκει κανείς πράγματα που σήμερα -δεν θα πω δυστυχώς ή ευτυχώς- φαντάζουν απόμακρα, και πολλές φορές είτε ουτοπικά είτε εκτός της σύγχρονης πραγματικότητας. Αυτά όμως είναι τα σημαντικά. Τα απλά πράγματα που έχουν την ουσία και μας δίνουν το εφόδιο να κάνουμε κάτι καινούργιο. Το ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο εδώ είναι ότι παρόλο που κοιτάμε πίσω -έχοντας επίγνωση για το τι σημαίνει αυτό- δεν μένουμε πίσω, γιατί η ζωή μας προχωράει μπροστά. Παίρνουμε αυτές τις μουσικές και τις εντάσσουμε στο σήμερα, με την άποψη ότι μπορούν να παιχτούν και σήμερα. Όχι με τον ίδιο τρόπο, ή την ίδια ακριβώς ερμηνεία όπως παλιά, αλλά με μια «φρέσκια» άποψη, προκειμένου ν’ ακουστούν κι από τους νέους. Αυτός είναι βασικά ο στόχος: να δημιουργηθεί έρεισμα σε ανθρώπους που δεν ασχολούνται με αυτά τα τραγούδια, γιατί αυτός ο δίσκος δεν ιδιοποιείται τον τίτλο του πρέσβη της παράδοσης, ούτε της λαογραφικής έρευνας. Αυτό που θέλει είναι να πάρει όλ’ αυτά τα θέματα που δημιουργούν έναν «ψυχικό κλονισμό», γεμάτα από συναισθήματα που συνεγείρουν την ψυχή, και να τα δώσει σε ανθρώπους που δεν τα έχουν ακούσει, ώστε να πάρουν κάποια πράγματα πολύ σημαντικά.

Στην Ελλάδα, μέχρι πριν από δεκαπέντε χρόνια, όταν κάποιος έπαιζε παραδοσιακά τον θεωρούσαν παρωχημένο. Σχετικά πρόσφατα το είδος αυτό έχει εμφανιστεί ξανά στη μουσική επικαιρότητα, τόσο αυτοτελώς όσο και «από το παράθυρο», συνδεδεμένο δηλαδή με ποπ, ροκ και τζαζ μορφώματα. Σε τι οφείλεται αυτό;
Υπάρχει νομίζω έντονη επιθυμία, από εσωτερική μας ανάγκη, να καλύψουμε κάποια πράγματα μέσα μας από κάτι που δεν υπάρχει σήμερα. Αυτές οι δύο λέξεις-κλειδιά, η «επιθυμία» και η «ανάγκη», έχουν αυτό το αποτέλεσμα. Δηλαδή, ο κόσμος, οι νέοι άνθρωποι, να γυρίζουν και να κοιτάνε προς τα πίσω, και ν’ ασχολούνται είτε με τα παραδοσιακά όργανα και το παραδοσιακό τραγούδι είτε να γίνονται προσμείξεις σαν αυτές που ανέφερες, οι οποίες, πάντοτε με την απαραίτητη προσοχή που χρειάζεται σ’ αυτά τα θέματα, έχουν ενδιαφέρον. Δεν πιστεύω καθόλου, όμως, ότι αυτή η μουσική αφορά μόνο ανθρώπους που είναι μιας συγκεκριμένης άποψης, είτε ιδεολογικής, είτε πολιτικής, είτε οτιδήποτε άλλο. Τα τραγούδια αυτά μάς αφορούν όλους, ακόμα και τα παιδιά στον δρόμο που είναι κουρεμένα γουλί, που φοράνε σκουλαρίκια, ή έχουν τατουάζ. Δεν μπορεί κάποιος να χριστεί «ειδικός» και αυτός να ορίσει την ομάδα των ανθρώπων που θ’ ακούει αυτά τα τραγούδια, ή να κλείσει σ’ έναν συγκεκριμένο κύκλο όλο αυτό το θέμα. Όλοι έχουν δικαίωμα ν’ ακούνε όλα τα είδη μουσικής. Άρα και την παραδοσιακή.

Εδώ και χρόνια η μουσική βιομηχανία έχει παρουσιάσει -για τελείως εμπορικούς λόγους, κατά τη γνώμη μου- ένα νέο είδος, ομαδοποιώντας και «πακετάροντας» με σύγχρονο τρόπο μουσικά στοιχεία στην πραγματικότητα ανόμοια μεταξύ τους, αλλά με ισχυρά τοπικά χαρακτηριστικά, και μόνο στοιχείο ενοποίησης τον όρο «ethnic». Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το παραδοσιακό τραγούδι είναι το ελληνικό ethnic;
Δεν πιστεύω ότι το παραδοσιακό τραγούδι είναι το ελληνικό ethnic. Δεν θα ήθελα να χρησιμοποιήσω έναν όρο ο οποίος, ακόμα και σε μια σύνθεση ανόμοιων στοιχείων, που μπορεί πραγματικά σε κάποιες περιπτώσεις να επιφέρει στο σύνολό της ένα όμορφο αποτέλεσμα, θέλει να βάλει έναν τίτλο. Δεν μπορούμε σε όλα να βάζουμε πάντοτε έναν τίτλο, όταν πραγματικά δεν υπήρχε ποτέ. Έτσι νομίζω ότι δημιουργήθηκε ο όρος «ethnic».
Πιστεύω ότι όλα μπορούν να συνδεθούν, αρκεί μεταξύ τους να μην «κλοτσάνε».
Τους σκοπούς και τα τραγούδια που ανέδειξαν ο Παπασιδέρης, ο Χαλκιάς, ο Κάβουρας και πλήθος σπουδαίων ερμηνευτών και εκτελεστών, γνωστών ή άγνωστων, πρέπει να τα παίζουμε μόνο όπως τα δίδαξαν αυτοί; Είναι, ας πούμε, ασέβεια να τα δούμε με άλλο μάτι; Να παίξουμε, για παράδειγμα, στεριανό, νησιώτικο, ή ηπειρώτικο τραγούδι και με ηλεκτρονικά όργανα;
Εάν στη μουσική ιστορία και στην καλλιτεχνική εν γένει δεν υπήρχαν χαρισματικοί άνθρωποι οι οποίοι, κατά κοινή και αντικειμενική ομολογία, ανέπτυξαν την καλλιτεχνία τους, δεν θα είχαμε την έννοια της δημιουργίας και την έννοια της προσωπικής έκφρασης. Ένας άνθρωπος όταν θ’ ακούσει ένα ρεμπέτικο που παίζει η «Ξακουστή Τετράς του Πειραιώς», αν είναι μουσικός, αν είναι δεξιοτέχνης, θα το παίξει κι αυτός πολύ καλά. Αυτό που θα αναδείξει την προσωπικότητά του, όμως, και θα τον πάει ένα βήμα παραπέρα θα είναι η προσωπική του ερμηνεία. Όλοι αυτοί για τους οποίους μιλάμε -καλλιτέχνες, προσωπικότητες που δημιούργησαν προσωπικό δρόμο- πιστεύω απόλυτα ότι κατάφεραν ό,τι κατάφεραν μέσα από τη γνώση, αλλά και την πρωτοβουλία να την προχωρήσουν σ’ έναν προσωπικό δρόμο, χωρίς όμως να παραλλάξουν, ή να παραχαράξουν τα παραδεδομένα.

Δηλαδή, πόσο σημαντικό ρόλο έχει για ’σάς η παράδοση;
Η παράδοση δεν είναι κάτι που αφορά μόνο στο τραγούδι. Έγκειται επίσης στον τρόπο που μιλάμε, στον τρόπο που κάνουμε τις σχέσεις μας και σ’ άλλα πράγματα. Πιστεύω ότι πρέπει να γνωρίζουμε τις παραδόσεις και να τις τηρούμε σ’ έναν βαθμό που τον καθένα δεν τον πιέζει και δεν του δημιουργεί πρόβλημα. Γνωρίζοντας τις παραδόσεις, γνωρίζοντας το πλαίσιο, μπορεί κανείς να βγει απ’ αυτό και να ξαναμπεί, χωρίς αυτή του η κίνηση να δημιουργήσει πρόβλημα. Εν προκειμένω, πρόβλημα καλλιτεχνικό που θα έχει ως συνέπεια αυτό που θα κάνει να μείνει στο περιθώριο και κανείς ποτέ να μη μιλήσει γι’ αυτό.
Πολλές φορές το παραδοσιακό τραγούδι και η παράδοση γενικότερα -όπως το θέσατε- παρεξηγούνται. Δηλαδή, ακούμε τη λέξη «παράδοση» και αμέσως μάς έρχεται στον νου κάτι που οπωσδήποτε θα μας πάει πίσω, και ίσως μας περιορίσει. Στην ουσία, όμως, τόσο στη μουσική όσο και σε άλλα πεδία δεν πρόκειται παρά γι’ αυτό που όταν αναφερόμαστε στις δεκαετίες του ’50-’60 ονομάζουμε λαϊκό, μόνο που στην περίπτωση της παράδοσης ζυμώθηκε και καταξιώθηκε μέσα από πολλές δεκαετίες• αιώνες. Το παραδοσιακό τραγούδι, δηλαδή, είναι το λαϊκό δύο αιώνων πίσω.
Μέσα στον όρο της λαϊκής μας μουσικής παράδοσης -διότι λαϊκή παράδοση είναι και το λαϊκό τραγούδι- εντάσσονται και το ύφος και τα τραγούδια του δίσκου Οι Μερακλήδες Το ’χουνε!.. Δεν νομίζω ότι είναι αδόκιμο να πούμε πως είναι και λαϊκά. Τελικά, μπαίνει κανείς σε μια προβληματική ποιον όρο θα χρησιμοποιήσει, να βάλει ετικέτα πάνω από το είδος των τραγουδιών, γιατί έτσι είναι η σύγχρονη ανάγκη: σε όλα πρέπει να βάζουμε μια ετικέτα και να λέμε «αυτό είναι το τάδε είδος». Νομίζω ότι αυτό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κάτω από στενούς όρους ούτε για όλα τα πράγματα, γιατί τα συνθλίβει. Δημιουργεί μια εικόνα συγκεκριμένη και δεν ανοίγει τον καλλιτεχνικό αλλά και τον κοινωνικό ορίζοντα των θεμάτων που αναπτύσσονται. Αυτή είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση, που ανάγει το θέμα σ’ ένα φιλοσοφικό επίπεδο στη συνέχεια.

Ποια σχέση έχετε με το κατ’ εξοχήν λαϊκό τραγούδι, ή με τα σύγχρονα παρακλάδια του; Είναι μέσα στα ενδιαφέροντά σας;
Καταρχάς, από τις πρώτες μου επαγγελματικές εμπειρίες στον ευρύτερο χώρο της μουσικής ήταν η συνεργασία μου σε μαγαζιά με τον Δημήτρη Κοντογιάννη, ο οποίος νομίζω ότι εκφράζει σημαντικά το λαϊκό τραγούδι, αλλά επίσης με τον ίδιο στέρεο τρόπο μπορεί να εκφράσει και το παραδοσιακό. Βεβαίως, λοιπόν, και είναι στα ενδιαφέροντά μου το λαϊκό τραγούδι, χωρίς όμως να ισχυριστώ ότι είμαι λαϊκός τραγουδιστής, με την έννοια και τη βαρύτητα του όρου που έχει καταγραφεί μέσα στη μουσική παράδοση. Λαϊκός τραγουδιστής είναι ένας μεγάλος φόρος τιμής και μια έννοια λίγο ξεχασμένη, που αν και στις μέρες μας χρησιμοποιείται κατά κόρον σπάνια βρίσκει κανείς ατόφιους εκφραστές του είδους.
Όταν ονομάζουμε τον Καζαντζίδη ή τον Γαβαλά λαϊκούς τραγουδιστές, σημαίνει κάτι περισσότερο από το ότι έχουν ερμηνεύσει λαϊκά τραγούδια. Ακόμα και όταν έγιναν φίρμες στα κέντρα και τη δισκογραφία συνέχισαν να ζουν με τα δεδομένα της εποχής. Δεν προκαλούσαν το κοινό αίσθημα, απλά εξέφραζαν το επιτυχημένο πρότυπο του λαϊκού παιδιού που «έπιασε την καλή» και άφησε πίσω τη μιζέρια, αλλά όχι το λαϊκό υποσυνείδητο και την τάξη του. Κι αν ορισμένοι πέρασαν τη γραμμή, η καθαρόαιμη έκφραση του λαϊκού τραγουδιού παρέμεινε γέννημα-θρέμμα και αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου του συλλογικού λαϊκού ανθρώπου.
Όλ’ αυτά είναι χαρακτηριστικά κάποιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου και, επιπλέον, εντάσσονται στο πλαίσιο αυτών των δύο λέξεων οι οποίες πιστεύω ότι κινούν τελικά όλα τα πράγματα που αφορούν στη ζωή μας• αυτό της «επιθυμίας» και της «ανάγκης», οι οποίες επίσης υπήρχαν στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Προφανώς, οι επιθυμίες και οι ανάγκες μας μεταλλάσσονται αναλόγως του χρόνου, λόγω διάφορων κοινωνικών, πολιτικών ή άλλων μεταβολών. Δηλαδή, σαφέστατα και δεν μπορεί κανείς σήμερα να πει ότι επειδή κάποιος τραγουδιστής -ή καλλιτέχνης γενικότερα- εντάσσεται σ’ ένα συγκεκριμένο καλλιτεχνικό πλαίσιο δεν μπορεί, για παράδειγμα, να εμφανιστεί στο Κολωνάκι, ή σ’ έναν χώρο που δεν έχει σχέση με την παράδοση ή τη λαϊκότητα. Εμένα δεν με αφορά το παραδοσιακό τραγούδι μόνο όταν παίζεται σε χωριά με παραδοσιακές στολές, με γριές και γέρους γύρω-γύρω. Μ’ ενδιαφέρει να παίζεται ακόμη και σε κλαμπ, ή σε χώρους όπου πηγαίνουν τώρα οι νέοι, με μια φρέσκια μορφή, χωρίς να παραλλάσσεται η μουσική έννοια. Επίσης, το λαϊκό τραγούδι δεν περιορίζεται στη Δραπετσώνα, τα ναυπηγεία, ή τις φτωχογειτονιές του Πειραιά, διότι πλέον, κακά τα ψέματα, όλα αυτά έχουν μεταβληθεί, ή δεν υπάρχουν, άρα τα πράγματα πρέπει να προσαρμόζονται.

Διδάσκετε παραδοσιακό τραγούδι στο Μουσείο Λαϊκών Οργάνων στην Πλάκα. Μέσα από την επαφή σας με νέα παιδιά είστε αισιόδοξος για το παρόν και το μέλλον του παραδοσιακού τραγουδιού;
Είμαι πάρα πολύ αισιόδοξος κυρίως από το γεγονός ότι βλέπω ανθρώπους που έχουν ανάγκη ν’ ακούσουν και να γλεντήσουν σήμερα μ’ αυτά τα τραγούδια. Γι’ αυτό και προσπαθώ να τα μεταφέρω αποφορτισμένα από το βάρος που πολλές φορές φέρουν οι βαρύγδουπες εκφράσεις λαογραφίας, ή μουσικολογικής ανάλυσης.

Να βγουν, ας πούμε, από τις προθήκες του «μουσείου»…
Ακριβώς. Να γίνει κάτι το φρέσκο, χωρίς όμως αυτό να είναι τόσο αναθεωρημένο που να χάσει τα βασικά ζωτικά του στοιχεία. Μ’ ενδιαφέρει αυτά τα τραγούδια να γίνουν εφαλτήριο για να μεταπηδήσουμε στη δημιουργία• αυτό το πολύ σημαντικό, για το οποίο κάθε καλλιτέχνης ζει. Καθένας μας έχει την ανάγκη να δημιουργήσει κάτι, και δεν εννοώ γύρω απ’ τ’ όνομά του. Μιλάω για την ανάγκη να δημιουργήσει καλλιτεχνική φόρμα. Θα ήθελα αυτά τα τραγούδια να τραγουδηθούν από νέους ανθρώπους, και όχι μόνο. Να φανερωθεί όλη τους η μορφή, χωρίς να χαθούν οι χυμοί και η ενέργεια που έχουν, επειδή κάποιος τα τιτλοφόρησε «παραδοσιακά» και τα έβαλε σ’ ένα μουσείο, σε μία συναυλία παραδοσιακής μουσικής, ή στην επέτειο της 25ης Μαρτίου. Μ’ ενδιαφέρει να μπουν στη σημερινή πραγματικότητα, περιέχοντας εικόνες της σύγχρονης ζωής.

Κάποιοι παραδοσιακοί σκοποί και τραγούδια -όχι μόνο από τον δίσκο σας- κυκλοφορούν σε όλα τα Βαλκάνια και μιλάνε γλώσσες των γειτόνων μας. Στη μουσική αυτή θα έπρεπε να βάλουμε σύνορα, για να μη χάσει την εθνική της ταυτότητα;
Καταρχήν, πιστεύω ότι η μουσική, όπως και κάθε μορφή τέχνης, δεν έχει σύνορα, αλλά μορφοποιείται με διαφορετικό τρόπο και αποκτά συγκεκριμένη μορφοποίηση μέσα στα σύνορα μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής. Αν μιλήσουμε για τα δικά μας τραγούδια, εδώ τα πράγματα είναι νομίζω συγκεχυμένα, γιατί σε όλη τη Μεσόγειο υπάρχει αλληλεπίδραση από διάφορες συνθήκες, είτε πολιτικές, είτε κοινωνικές, είτε οικονομικές. Το εμπόριο, ο πόλεμος, οι ανακατατάξεις, οι πρόσφυγες έχουν αλλοιώσει ουσιαστικά τα πολιτιστικά σύνορα αυτού του μουσικού γεωγραφικού χώρου. Άρα, ουσιαστικά η μουσική αυτή δεν έχει σύνορα, όπως αυτά διαγράφονται σ’ έναν γεωγραφικό χάρτη. Έχει όμως σύνορα που έχουν να κάνουν με την έννοια της ιδεολογικής ή φιλοσοφικής αντιμετώπισης κάποιων πραγμάτων. Αλλά έχει και πόρτες ανοιχτές, έχει έννοιες που είναι κοινά αποδεκτές σε μια ευρεία περιοχή, χωρίς αυτή να φυλακίζεται γύρω από τα στενά περιθώρια των συνόρων. Το λέει και το τραγούδι, άλλωστε «Από τη Σμύρνη κι Αϊβαλί βγαίναν οι σεβνταλήδες, κι απ’ τον Μεσότοπο παιδιά, βγαίνουν οι μερακλήδες».

Τι είναι αυτό που έχουν οι «μερακλήδες» και δεν το έχουν άλλοι;
Νομίζω ότι έχουνε κάτι πάρα πολύ απλό και δύσκολο συγχρόνως. Την πολύ ελεύθερη έκφραση της επιθυμίας και της ανάγκης να περνάνε καλά με μια παρέα, να εξωτερικεύουν απλόχερα και απροβλημάτιστα τα συναισθήματά τους, να μη σκέπτονται δεύτερη φορά αυτό που θέλουν να πουν και, γενικότερα, μια συνθήκη κάτω από την οποία ένας άνθρωπος δεν πιέζεται. Η ελευθερία είναι ένα από τα βασικά στοιχεία των ανθρώπων αυτών. Η απλότητα στην έκφραση και η άνεση στο να μπορείς να το κάνεις. Κι αυτό δεν είναι απλή διαδικασία. Χρειάζεται καθημερινός αγώνας για να μπορέσει κανείς να το εφαρμόσει, αλλά όποτε του φανερώνεται αυτό και όποτε πραγματοποιείται νομίζω ότι είναι κάτι που βγαίνει από καρδιάς και είναι πάρα πολύ όμορφο.

Βιογραφικό Νίκου Χαλδαιάκη
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αίγινα. Σπούδασε Βυζαντινή Μουσική στο Ωδείο Φίλιππος Νάκας, με δάσκαλο τον Λυκούργο Αγγελόπουλο, και γενικό βαθμό άριστα. Συνεργάστηκε με τους Δημήτρη Κοντογιάννη, Χρήστο Τσιαμούλη, Σοφία Παπάζογλου, Σοφία Εμφιετζή, Ανδρέα Τσεκούρα, Σπύρο Λιόση, σε διάφορους μουσικούς χώρους. Επίσης, με τους Διονύση Σαββόπουλο, Κώστα Φέρρη, Μέμη Σπυράτου και Λάμπρο Λιάβα, σε μουσικές παραστάσεις και συναυλίες. Το 2001 κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος, Φως εξ αγίων θέρους, με βυζαντινά μέλη. Συμμετείχε επίσης στους δίσκους Δωδεκάορτο, του Χρίστου Τσιαμούλη, και Ρεμπέτικο Μυστήριο, της Θέσιας Παναγιώτου. Από το 2005 διδάσκει παραδοσιακό τραγούδι στο Μουσείο Λαϊκών Οργάνων στην Πλάκα.

Ευχαριστίες
Στο Μουσείο Λαϊκών Οργάνων για τη φωτογράφηση του Νίκου Χαλδαιάκη.

Υποσημειώσεις
1. Ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2009 από το Δίκτυο.
2. Αιγίνης μουσική περιήγησις, Φίλοι Μουσικού Λαογραφικού Αρχείου Μέλπως Μερλιέ, 2008.
3. Τραγούδια από την Αίγινα, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών - Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο, 1997.

 
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
 
Όλες οι συνεντεύξεις

 

 

VIDEO