Νίκος Χατζηαποστόλου - Η λαϊκή σφραγίδα στην ελληνική οπερέτα
 

Από τον Όθωνα Τσουνάκο

Αθήνα, 9 Αυγούστου 1941. Πρώτο καλοκαίρι της Κατοχής, και η ελληνική μουσική χάνει για πάντα έναν από τους πιο ικανούς και ευαίσθητους θεράποντές της.

Πρόκειται για τον 57χρονο κορυφαίο μουσουργό Νίκο Χατζηαποστόλου, αφοσιωμένο εραστή και συνθεμελιωτή της ελληνικής οπερέτας, που φεύγει απροσδόκητα από τη ζωή μετά από κάποια μετεγχειρητική επιπλοκή (σύμφωνα με τη μαρτυρία του θεατρικού συγγραφέα Σώτου Πέτρα, μισή ώρα πριν τον θάνατό του τραγουδούσε μόνος του, ενώ παράλληλα διηύθυνε με το χέρι του μια φανταστική ορχήστρα). Το νέο προκαλεί, όπως είναι φυσικό, μεγάλη οδύνη στους καλλιτεχνικούς κύκλους της πρωτεύουσας, γρήγορα όμως o σχετικός θόρυβος επικαλύπτεται από τις δραματικές ειδήσεις για τη γερμανική προέλαση στη Ρωσία αλλά και από τις έντονες φήμες για την επερχόμενη μεγάλη πείνα…
Όμως, ποιος ήταν ο Νίκος Χατζηαποστόλου και γιατί άραγε θα πρέπει να ασχοληθούμε με αυτόν και το έργο του σε ένα περιοδικό προσανατολισμένο στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι; Πιο απλά, τι το «λαϊκό» μπορεί να βρει κανείς στην ελληνική οπερέτα, η οποία -ως δυτικό μουσικό είδος- κατάγεται απευθείας είτε από το κοσμοπολίτικο Παρίσι τού καν-καν και του μπολερό (με έργα π.χ. των Όφενμπαχ, Σερπέτ και Λεκόκ), είτε από την αριστοκρατική Βιέννη τού βαλς (με έργα π.χ. των Σουπέ, Στράους υιού και Λέχαρ), είτε από κάποια άλλη γωνιά της Εσπερίας; Κι ακόμα, τι το «λαϊκό» μπορεί να βρει κανείς στις μουσικές αντιλήψεις του Χατζηαποστόλου, ενός καθαρά «φραγκοσπουδαγμένου» μουσικού, που είχε αποφοιτήσει από το ονομαστό Ωδείο Λόττνερ και ανάλωσε σχεδόν όλη την καλλιτεχνική του ζωή στην ελληνική οπερέτα;
Οι απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα είναι μάλλον απλές, όσο απλό είναι το να ξεφύγει κανείς από κάποιες έμμονες αντιλήψεις που συναρτούν τη ζώσα ελληνική μουσική παράδοση αποκλειστικά και μόνο με την ανατολική εθνική-πολιτισμική μας οντότητα. Με βάση τις αντιλήψεις αυτές η λαϊκότητα ή μη του όποιου νεότερου ελληνικού ακούσματος συναρτάται απολύτως από τον βαθμό συνάφειάς του με τα πρότυπα του ορθόδοξου βυζαντινού ήχου, της δημοτικής μας μουσικής και αργότερα του ρεμπέτικου και του «έντεχνου» λαϊκού αστικού μας τραγουδιού. Επομένως, και πάντα με την ίδια συλλογιστική, ό,τι δεν συνάδει με τα πρότυπα αυτά απλώς δεν είναι λαϊκό - δεν δικαιούται να είναι ή να λέγεται «λαϊκό». Έτσι, δεν εντάσσονται στη λαϊκή μας μουσική η επτανησιακή καντάδα, το αθηναϊκό τραγούδι του Νίκου Κόκκινου, η ελληνική οπερέτα, τα τραγούδια του Αττίκ, τα αρχοντορεμπέτικα του Σουγιούλ και -ακόμα- οι εκατοντάδες «ελαφρές» -άνευ «λαϊκών» οργάνων- δημιουργίες κορυφαίων συνθετών της μεταπολεμικής περιόδου (ανάμεσά τους και πάμπολλες του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη).
Είναι όμως έτσι; Μάλλον όχι, τουλάχιστον αν δεχτούμε τη σοφή ρήση του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι -του ανθρώπου που συνέβαλε όσο κανείς στην αναβίωση του ρεμπέτικου ήχου- ο οποίος σημείωνε το 1961 στο πρόγραμμα του «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» (βλ. Όασις  τεύχος 9):
«[…] αξίζει κανείς να φτιάχνει τραγούδια λαϊκά, που να μη καμώνονται τα λαϊκά με τη φτωχοντυμένη και λαϊκοφανή τους παρουσία. Κι ύστερα είναι ενδιαφέρον να δοκιμάζεις ν’ αφαιρείς την ελληνικότητα που τόσο σε χαραχτηρίζει, και στο τέλος να παραμένεις ίδιος κι απαράλλαχτος αυτός που είσαι […])».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η αποτίμηση του έργου του Νίκου Χατζηαποστόλου, ενός κορυφαίου καλλιτέχνη που δεν ανήκει στην εποχή μας και επομένως δεν μπορεί -θα ήταν άδικο- να αποτιμηθεί με βάση τις σύγχρονες αντιλήψεις και εμμονές περί μουσικής λαϊκότητας. Αντίθετα, η αποτίμηση αυτή πρέπει να γίνει με βάση τα τότε δεδομένα, σε σχέση δηλαδή με τα μουσικά πρότυπα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα στο λαϊκό-αστικό αθηναϊκό περιβάλλον, τότε που ο ήχος του τεκετζίδικου τραγουδιού των ρεμπετών ήταν ακόμα περιθωριακός και άγνωστος (ή και απεχθής) στο σύνολο σχεδόν των «κανονικών» καθημερινών ανθρώπων του λαού.
Αυτούς ακριβώς τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους επέλεξε ως κοινό του -αλλά και ως πηγή έμπνευσης- ο Νίκος Χατζηαποστόλου, και δεν είναι τυχαίο ότι, σε αντίθεση με πολλούς ομοτέχνους του, αναζήτησε τους ήρωες και τα σκηνικά των έργων του στο περιβάλλον και στις οσμές της λαϊκής γειτονιάς, της συνοικιακής ταβέρνας, του κόσμου της δουλειάς, αλλά και των ανθρώπων του κοινωνικού περιθωρίου (χαρακτηριστικές οι οπερέτες του «Οι απάχηδες των Αθηνών», «Το κορίτσι της γειτονιάς», «Η γυναίκα του δρόμου» κ.ά.)

Όμως, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά τους, χωρίς τη διάθεση εγκυκλοπαιδικής-βιογραφικής καταγραφής:
Ο Νίκος Χατζηαποστόλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1884 (η πληροφορία που μιλά για 1879 είναι μάλλον ανακριβής) και, όπως μας πληροφορεί ο γνωστός μουσικολόγος Γιώργος Λεωτσάκος (βλ. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ. 9β σελ. 411), ήταν γιος του επιχειρηματία Ανδρέα Χατζηαποστόλου, ο οποίος πέθανε οικονομικά κατεστραμμένος. Νεότατος ακόμα, και προικισμένος με μια εξαίρετη φωνή βαθύφωνου, επέδειξε κλίση προς τη μουσική. Όπως ο ίδιος έλεγε, έκανε τα πρώτα του βήματα στον κόσμο του πενταγράμμου με δάσκαλο τον κατά περίπου 20 χρόνια πρεσβύτερό του Νίκο Κόκκινο, έναν σπουδαίο συνθέτη της εποχής, που κινήθηκε μέσα στους ελληνικούς μουσικούς κώδικες και προσέφερε εκατοντάδες εξαίρετα τραγούδια (κάποτε θα πρέπει να μιλήσουμε και γι’ αυτόν). Κατά την εποχή αυτή συνδέθηκε φιλικά και με τον βαρύτονο Γιάννη Αγγελόπουλο (συναθλητή του στον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο Αθηνών), με τον οποίο, όπως έχει γραφεί από πολλούς, έκανε αμέτρητες καντάδες στη νυχτερινή Αθήνα της εποχής. Περί το 1899-1905, σύμφωνα με έρευνες του Γ. Λεωτσάκου, σπούδασε τραγούδι, αρμονία, αντίστιξη κ.λ.π. στο περίφημο Ωδείο Λόττνερ της οδού Φειδίου 3 (το μετέπειτα Ελληνικόν Ωδείον, του Μανώλη Κολομοίρη), και στη συνέχεια εργάστηκε ως χορωδός, μαζί με τον φίλο του Αγγελόπουλο, στο Γ΄ Ελληνικόν Μελόδραμα του Διονυσίου Λαυράγκα. Περίπου τότε συνέθεσε το πρώτο του τραγούδι Ο μετανάστης (1906 ή 1907) και λίγο αργότερα -σε άδηλη χρονολογία, ίσως στα 1912- τα εξαίρετα τραγούδια του Τα κοραλλένια χείλη σου και Θα κόψω ρόδα μυρωμένα, που τον έκαναν ευρύτερα γνωστό.
Το 1910 ο Χατζηαποστόλου ανέλαβε αρχιμουσικός στην Ελληνική Οπερέτα του Γιάννη Παπαϊωάννου (με την οποία έκανε και περιοδείες εκτός Ελλάδας), ενώ μεταξύ του 1912 και του 1922 εργάστηκε ως διευθυντής χορωδίας στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης και εντρύφησε ως συνθέτης στην εκκλησιαστική μουσική.
Την εποχή ακριβώς αυτή -αρχές με μέσα της δεκαετίας του 1910- συντελέστηκε στην Αθήνα μια μικρή μουσική κοσμογονία, με την πλήρη παρακμή της θεατρικής επιθεώρησης και τη δυναμική εισβολή της ελληνικής οπερέτας στα μουσικά δρώμενα. Η ουσιαστική έναρξη της νέας μουσικής περιόδου σημειώνεται στα 1914 με έργα του Σπύρου Σαμάρα («Πόλεμος εν πολέμω») και, κυρίως, του Θεόφραστου Σακελλαρίδη («Τα παραπήγματα» - είχε προηγηθεί στα 1908 η οπερέτα του «Σία κι αράξαμε»), και δύο χρόνια αργότερα, στα 1916, μπαίνει στο παιγνίδι και ο Νίκος Χατζηαποστόλου, με τη θαυμάσια οπερέτα του «Μοντέρνα Καμαριέρα».
Η επιτυχία της πρώτης εκείνης οπερέτας του Χατζηαποστόλου (που περιείχε και το περίφημο τραγούδι Στόμα με στόμα) θα αποτελέσει το καλύτερο διαβατήριο για τη μεταγενέστερη ευδόκιμη θητεία του στον χώρο της ελληνικής μουσικής, με δεκάδες οπερέτες και εκατοντάδες τραγούδια (άλλα ενταγμένα στις οπερέτες του και άλλα αυτόνομα). Εδώ, φυσικά, δεν μπορούν να παρατεθούν ενδελεχώς όλα εκείνα τα έργα, γι’ αυτό αρκούμαστε σε μια σύντομη περιήγηση κάποιων από αυτά, τα οποία άφησαν εποχή.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην κορυφαία οπερέτα του «Οι απάχηδες των Αθηνών» (σε λιμπρέτο του Γιάννη Πρινέα), που ανέβηκε το καλοκαίρι του 1921 και εξέπληξε τόσο με τα ευκρινή ελληνικά λαϊκά στοιχεία της (εκεί εμφανίστηκαν οι γραφικοί ρεμπέτικοι τύποι Kαρούμπας και Kαρκαλέτσος) όσο και με τα πράγματι υπέροχα τραγούδια της, όπως τα Η Ρετσίνα, Πόσο σ’ έχω συμπαθήσει, Σαν όνειρο μαγευτικό, κ.ά.
Οι επιτυχίες του Χατζηαποστόλου θα συνεχιστούν και κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια, με σπουδαία έργα που κινούνται στο λαϊκό περιβάλλον και μιλούν άμεσα στην ψυχή του αθηναϊκού κοινού. Σε αυτά περιλαμβάνονται οι οπερέτες «Το κορίτσι της γειτονιάς» (1922 - περιείχε τα τραγούδια Γλέντι τρελό και Πάν’ οι ελπίδες), «Πώς περνούν οι παντρεμένοι» (1923 - με τα τραγούδια Μακριά κι αν θα ’σαι και Μην ξεχνάς), «Η γυναίκα του δρόμου» (1924 - με τα τραγούδια Η μοδιστρούλα», Καρδιά απ’ αγάπη ορφανή και Κι αν τα χρόνια γοργά διαβαίνουν), «Μποέμικη αγάπη (1926 – με τα τραγούδια Μποέμικες καρδιές, Χάθηκαν όλα και Αχ βρε κορίτσια), «Η πρώτη αγάπη» (1929 - με το ομώνυμο τραγούδι, καθώς και τα Όπου κι αν πάω και Τα νιάτα φεύγουν γρήγορα), «Η βλάμισσα» (1929 - με τα τραγούδια Είμαι η βλάμισσα εγώ, Το μελαχροινό και Τα μπαιν-μιξ) και η πασίγνωστη «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται», σε αρχικό σενάριο του Σπύρου Μελά, που γνώρισε πάμπολλες θεατρικές αλλά και κινηματογραφικές διασκευές (1936 - με το τραγούδι Γελάστηκα). Ως κύκνειο άσμα του αναφέρεται η οπερέτα «Σαν η καρδιά πονάει», που παίχτηκε λίγο πριν τον αιφνίδιο θάνατό του.
Πέρα από την οπερέτα, ο Νίκος Χατζηαποστόλου συνέθεσε πάμπολλα «αυτόνομα» τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία είχαν άριστη έως πολύ καλή υποδοχή από το φιλόμουσο κοινό, που έσπευδε να προμηθευτεί τις σχετικές λιθόγραφες παρτιτούρες ή -αν υπήρχαν- τις πλάκες γραμμοφώνου. Από αυτά σημειώνουμε ενδεικτικά τους τίτλους Στον αργαλειό, Το νερωμένο κρασί, Μια μαργαρίτα έκοψα, Η καρδιά της μάνας, Το μαντήλι και Σαν Παραμύθι.
Αυτή περίπου είναι -σε αδρές γραμμές- η πορεία ζωής του Χατζηαποστόλου, ενός εξαιρετικά ευαίσθητου καλλιτέχνη που γεννήθηκε, έζησε και πέθανε τραγουδώντας, ενός καλλιτέχνη που συνέδεσε το όνομά του με την αθηναϊκή γειτονιά και υπήρξε απείρως λαϊκότερος αλλά και αυθεντικότερος από πολλούς κατ’ επίφασιν λαϊκούς ομοτέχνους του. Και η λαϊκότητά του αυτή δεν προκύπτει απλώς και μόνον από τη θεματολογία ή τους σκηνοθετικούς συμβολισμούς των έργων του, αλλά και από τη συνεχή προσπάθειά του να αναδείξει -όσο πιο προσεκτικά και ακίνδυνα μπορούσε- την ηθική υπεροχή των καθημερινών λαϊκών ανθρώπων έναντι της αντίπαλης πλευράς, αυτής της «μημουάπτου» υψηλής κοινωνίας των σαλονιών και της γαλλικής ευγένειας. Γράφει σχετικά ο Γιώργος Λεωτσάκος στο προαναφερθέν λήμμα του:
«Ήρωές του, σχηματοποιημένοι συχνά, είναι απλοί άνθρωποι του λαού, φτωχοί αλλά αγνοί συναισθηματικά που επιβεβαιώνουν εμφατικά (δίχως όμως αντιπαράθεση ή σύγκρουση) την ταυτότητά τους από την επαφή με τον μεγαλοαστικό κόσμο του χρήματος και του σνομπισμού. Το νεότερο κοινό αγάλλεται ανακαλύπτοντας σ’ αυτό κάτι από την απειλούμενη εθνική του ταυτότητα».
Αντίστοιχη -περίπου- είναι και η άποψη του Κώστα Μυλωνά, που γράφει στην «Ιστορία του Ελληνικού Τραγουδιού» (τ.1 σελ. 103) σχετικά με τη λαϊκότητα του Χατζηαποστόλου:
«[…] τα τραγούδια του ανταποκρίνονται πιο άμεσα στο λαϊκό μουσικό αίσθημα. Τα θέματά του πιο κοντά στη λαϊκή ψυχή, πιο κοντά στην αλήθεια της καθημερινότητας και οι ήρωές του πιο ανθρώπινοι και λιγότερο απομακρυσμένοι από την πραγματικότητα, έχουν αντίκρισμα ζωής. Οι χώροι μέσα στους οποίους κινούνται οι οπερέτες του Χατζηαποστόλου δεν είναι χώροι φανταστικοί, δεν είναι μόνο οι χώροι των σαλονιών και των εθνικών μετώπων, αλλά είναι οι χώροι της γειτονιάς, της ταβέρνας και της συνοικίας».
Πολλά γράφτηκαν και για τις μεγάλες διαφορές ανάμεσα στην «ελληνική» μουσική γραφή του Χατζηαποστόλου (την προερχόμενη από την πολύχρονη θητεία του στο αθηναϊκό τραγούδι) και την «ευρωπαϊκή» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη (την προερχόμενη απευθείας από τη βιεννέζικη ή και την παρισινή οπερέτα). Οι σχετικές επισημάνσεις είναι σε γενικά πλαίσια σωστές, εφόσον βέβαια δεν οδηγούνται σε κάποιες υπερβολές και δεν τείνουν να ελαχιστοποιήσουν τη βαθιά σχέση που είχε ο έτερος μεγάλος της ελληνικής οπερέτας -ο Σακελλαρίδης- με τα ποικίλα μουσικά ακούσματα της καθ’ ημάς Ανατολής. Ας μην ξεχνούμε ότι ο Σακελλαρίδης είναι ο πρώτος που αποτόλμησε να ενθέσει τον ήχο του αμανέ και του ζεϊμπέκικου σε έργο αρχαίου συγγραφέα (το 1904 στην κωμωδία του Αριστοφάνη «Εκκλησιάζουσες», που ανέβηκε στη «Νέα Σκηνή» του Χρηστομάνου) και -ακόμα- ο συνθέτης που έγραψε το Εγώ το πίνω και το λέω, και πλήθος άλλα τραγούδια τα οποία ελάχιστα αποπνέουν το ευρωπαϊκό πνεύμα και τον αστικό καθωσπρεπισμό (Θέλω να ιδώ τον πάπα, Το σεπαρέ, Ο σύρτης, Μάρω-Μάρω μια φορά είν’ τα νειάτα, κ.ά.) Ίσως σε κάποιο άλλο άρθρο μας θα μπορούσε να γίνει μια εκτενής αναφορά σ’ αυτόν το μεγάλο συνθέτη, που επίσης σημάδεψε καταλυτικά -όπως και ο Νίκος Χατζηαποστόλου- το ελληνικό πεντάγραμμο.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι γεγονός ότι ο Χατζηαποστόλου δίκαια θεωρείται ο πλέον αυθεντικός εκφραστής της λαϊκότητας και της ελληνικότητας στον χώρο της ελληνικής οπερέτας, με ό,τι μπορεί να σημαίνουν οι όροι αυτοί στις ημέρες μας. Κι από την άποψη αυτή, ίσως θα πρέπει να εγκύψει κανείς στο πλούσιο έργο του με περισσότερο σεβασμό, χωρίς λαϊκιστικές προκαταλήψεις που εκπορεύονται άλλοτε από εμμονές και άλλοτε από άγνοια…
Κλείνοντας, να υπενθυμίσουμε ότι ο Χατζηαποστόλου υπήρξε εκτός από καλλιτέχνης κι ένας άνθρωπος ιδιαίτερα αγαπητός και σεβαστός στο επαγγελματικό, φιλικό και οικογενειακό του περιβάλλον. Υπενθυμίζεται ότι σύζυγός του υπήρξε η λυρική υψίφωνος Βιλελμίνα [Μίνα] Κυριακού, με την οποία απέκτησαν έναν γιο, τον γνωστό συνθέτη Ανδρέα Χατζηαποστόλου. Εξάλλου, αδελφός του ήταν ο Αντώνης Χατζηαποστόλου, συγγραφέας της «Ιστορίας του Ελληνικού Μελοδράματος» (1949).

ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΑΠΟΣΤΟΛΟΥ - ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΠΕΡΕΤΕΣ ΤΟΥ
(LYRA)

Ευχάριστη έκπληξη και καλό αυτό το διπλό cd για όσους επιμένουν σε σταθερές μουσικές απολαύσεις. Και δεν υπάρχει πιο σταθερή απόλαυση από μια συλλογή-επιτομή μεγάλων επιτυχιών του Νίκου Χατζηαποστόλου, που δεν προέρχονται μόνο από τις οπερέτες του -όπως δηλώνει ο τίτλος του άλμπουμ- αλλά και από ανεξάρτητες δημιουργίες του. Φυσικά, πιο «άμεσο» το πρώτο cd, που βασίστηκε σε παλαιότερο δίσκο 33 στροφών (Νίκος Χατζηαποστόλου - Μοναδικές Ερμηνείες, ΜΒΙ - 1991) και περιέχει αυθεντικές ηχογραφήσεις του Μεσοπολέμου, με τις μοναδικής εκφραστικότητας φωνές του Γιάννη Αγγελόπουλου, του Νίκου Μοσχονά, της Νουνούκας Φραγκιά, της Μίνας Χατζηαποστόλου (συζύγου του συνθέτη), του Πέτρου Επιτροπάκη και άλλων εκλεκτών καλλιτεχνών. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στις πολύ σημαντικές ερμηνείες της -κατά τα άλλα ρεμπέτισσας- Μαρίκας Παπαγκίκα, που εδώ τραγουδά το Πόσο σ’ έχω συμπαθήσει (από τους «Απάχηδες των Αθηνών») και το Στόμα με στόμα (από την πρώτη οπερέτα του συνθέτη, «Μοντέρνα καμαριέρα»).  Πολύ καλή είναι και η συλλογή τραγουδιών του δεύτερου cd, με νεότερες εκτελέσεις υπό τη διεύθυνση του συνθέτη Ανδρέα Χατζηαποστόλου (γιου του Νίκου). Ερμηνευτές οι υψίφωνοι Μαρία Μητσοπούλου, Στέλλα Παυλάκη και Μαρία Σκαρλάτου, οι τενόροι Μάκης Γαβριηλίδης και Σταμάτης Μπέρης, και ο βαρύτονος Θέμης Σερμιέ. Γενικώς, η όλη προσπάθεια συνοψίζεται στη φράση «αξίζει τον κόπο»!

 
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ
 
Όλα τα άρθρα

 

 

VIDEO