 του Κώστα Μπαλαχούτη
(1/9/1927 Κοκκινιά Πειραιώς - 12/5/2003 Αθήνα)
Ο Βαγγέλης Περπινιάδης υπήρξε κορυφαία προσωπικότητα στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Πολύπλευρος χαρακτήρας (ερμηνευτής, συνθέτης, στιχουργός και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού), με χιλιάδες τραγούδια και ανεπανάληπτες επιτυχίες, χάραξε για περισσότερα από 50 χρόνια τη δική του ξεχωριστή ιστορία στο μουσικό στερέωμα του τόπου μας.
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ Γεννήθηκε την 1η Σεπτέμβρη του 1927 στην Κοκκινιά. Πατέρας του ήταν ο θρυλικός τραγουδιστής Στελλάκης Περπινιάδης, τον οποίο όμως αντίκρυσε για πρώτη φορά σε ηλικία 7 ετών, αφού είχαν ουσιαστικά χωρίσει με τη μητέρα του λίγο μετά τη γέννησή του. «Η μητέρα μου με ανέθρεψε σαν πριγκιπόπουλο με τίμιο αγώνα, κόπο και στερήσεις. Με μεγάλωσε, με έμαθε γράμματα και μέχρι που πήγαινα στο γυμνάσιο με καθοδηγούσε πάντα με εκκλησίες και κατηχητικά για να γίνω άνθρωπος σωστός και χρήσιμος στην κοινωνία». Από μικρό παιδί ψέλνει στην Οσία Ξένη της Κοκκινιάς, και το 1943 χειροτονείται αναγνώστης στους Αγίους Αναργύρους, μητρόπολη της Νέας Ιωνίας, όπου η μαζί με τη μητέρα και τη γιαγιά περνούσαν, στο σπίτι του θείου του, τα δύσκολα κατοχικά χρόνια. Πίσω ακριβώς από τον ναό της Οσίας Ξένης υπήρχε το ταβερνάκι των αδελφών Τομπούλογλου. Εκεί ο νεαρός Περπινιάδης, μαζί με φίλους του, τραγουδούσε ερασιτεχνικά σκαλίζοντας την κιθαρίτσα του. Το 1947 με προτροπή των φίλων του πηγαίνει στα «ταλέντα» του Τραϊφόρου, στο Άλσος, στο Πεδίο του Άρεως. Όταν πλησίασε στο μικρόφωνο, ο Μίμης Τραϊφόρος τον ρώτησε ποιο τραγούδι θα ερμήνευε κι εκείνος απάντησε το «Λίγες καρδιές αγαπούνε». Το κοινό μαγεύτηκε από τη φωνή του και ο τόπος σείστηκε από το χειροκρότημα. «Έτσι, ενώ όλα τα παιδιά που συμμετείχαν στον διαγωνισμό έλεγαν από ένα τραγούδι και έφευγαν, ο Τραϊφόρος μού πρότεινε να πω ένα ακόμα. Διάλεξα το Σβήσε το φως κι έλα γύρε κοντά μου, που είχε γράψει ο ίδιος και το τραγουδούσε η Βέμπο. Πρέπει να σου πω ότι αγαπώ πολύ το ελαφρό τραγούδι. Φαίνεται ότι άρεσε η ερμηνεία μου γιατί στα παρασκήνια ήρθε να με βρει ο Νικήτας Πλατής, θιασάρχης στην Αύρα του Κορυδαλλού, και μου πρότεινε να λέω 3-4 τραγούδια ενδιάμεσα στα νούμερα της παράστασης. Βρέθηκα μαζί με τον Νίκο Ρίζο, τον Νίκο Φέρμα, και με το καλό, για τα χρόνια εκείνα, μεροκάματο των 30 δραχμών».
ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΣΤΟ ΛΑΪΚΟ ΠΑΛΚΟ Τα όνειρα για να γίνει παπάς μπαίνουν στο περιθώριο και σύντομα ξεκινά τις εμφανίσεις του στα ιστορικά κέντρα «Περιβόλας» και «Κεφάλας», που βρίσκονταν αντικριστά στην Παναγή Τσαλδάρη στη Νίκαια. Εκεί ο Βαγγέλης Περπινιάδης θα αφήσει εποχή, αφού θα τραγουδήσει για περισσότερο από δύο δεκαετίες στα πάλκα τους: «Έγινα κουμπάρος και με τους δύο ιδιοκτήτες για να μπορώ να τραγουδάω και στα δύο κέντρα χωρίς να παρεξηγούμαι». Ο λαϊκός κόσμος της Κοκκινιάς αγκαλιάζει ζεστά τον νεαρό καλλιτέχνη. Το ίδιο συμβαίνει και με όλα τα Μεσόγεια (Ασπρόπυργο, Κορωπί, Σπάτα, Μαρκόπουλο, Κερατέα, Μαραθώνα), την Αργοναυπλία και άλλες περιοχές της χώρας, όπου ο Περπινιάδης τραγουδά στα πανηγύρια τους, στους γάμους και στις χάρες τους, και γνωρίζει μεγάλες δόξες πλάι στον μεγάλο δημοτικό τραγουδιστή Γιώργο Παπασιδέρη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου και τη Ρένα Ντάλια, και αργότερα μόνος του ως απόλυτος πρωταγωνιστής: «Ακόμα και σήμερα στον Ασπρόπυργο αν δεν πάω εγώ πανηγύρι δεν γίνεται. Μια φορά είπα στον διοργανωτή ότι δεν μπορώ να εμφανιστώ κι εκείνος λιποθύμησε και τον πήγαν στο νοσοκομείο». Το 1953 κάνει τα πρώτα του σεκόντα στην Odeon-Parlophone του Μίνωος Μάτσα, στο τραγούδι των Κώστα Καπλάνη-Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου Σουρουπώνει, πλάι στην Άννα Χρυσάφη. Τρία χρόνια αργότερα ερμηνεύει για πρώτη φορά μια δική του σύνθεση, το Κλάψτε με φίλοι, κλάψτε με, σε δίσκο 78 στροφών, όπου μπουζούκι παίζει ο κορυφαίος δεξιοτέχνης Δημήτρης Στεργίου (Μπέμπης), και ο δίσκος γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Ακολουθούν κι άλλες συνθέσεις που τον κάνουν γνωστό σε όλη την Ελλάδα: Είμαι μάγκας με καρδιά, Άδικα άδικα, Να μου ζήσεις Κατινάκι, Άσ’ τα νάζια βρε Μαρίτσα, Βρε Μαριώ μου είσαι γλύκα, κ.ά. Τα δύο τελευταία είναι αφιερωμένα στη σύζυγό του Μαρίτσα, με την οποία ήταν νυμφευμένος από το 1953 μέχρι και το βιολογικό του τέλος, τον Μάη του 2003, έχοντας αποκτήσει πέντε παιδιά (Σουλτάνα, Δέσποινα, Στέλιο, Χρήστο και Βαρβάρα). Τραγουδά στου «Βλάχου», στο Αιγάλεω, με τους Μάρκο Βαμβακάρη, Στράτο Παγιουμτζή, Σωτηρία Μπέλλου, Γιώργο Ζαμπέτα, Γιώργο Λαύκα, Μιχάλη Γενίτσαρη, στου «Στελλάκη», στην Ιερά Οδό», στα «Κουνέλια Χαϊδαρίου» -το μαγαζί του πατέρα του-, με τους Στελλάκη και Λουκά Νταράλα (μπουζουξής και συνθέτης, πατέρας του Γιώργου Νταλάρα), στου «Κολοκοτρώνη» στην Ιερά Οδό, με τη νεαρή Ρίτα Σακελλαρίου, και πάλι στου «Περιβόλα», στου «Κεφάλα»... Ήδη οι λεζάντες των κέντρων τον αναφέρουν ως τον «βετεράνο του λαϊκού τραγουδιού με το συγκρότημά του»...
Η ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ Στις αρχές της δεκαετία του ’60 έρχεται η καταξίωση και η καθολική αποδοχή, αφού τα τραγούδια του γίνονται μεγάλα σουξέ και εκείνος στέκεται επάξια στην ίδια θέση με τους μεγάλους του λαϊκού τραγουδιού Καζαντζίδη, Αγγελόπουλο, Λύδια, Γκρέυ, Γαβαλά, κ.ά., στηρίζοντας στις πλάτες του τη μικρή ακόμα Odeon, δεδομένου ότι αυτός είναι ουσιαστικά το βαρύ της πυροβολικό. Ερμηνεύει τις δικές του δημιουργίες Το τάβλι, Μαχαρανή, Θέλεις να πεθάνω;, Γύρισε κοντά μου, Τα νέα της Αλεξάνδρας, του Κώστα Γιαννίδη, Ένας κούκλος και μια κούκλα, του Δημήτρη Γκούτη, Σε ένα βουνό στην ερημιά, του Θεόδωρου Δερβενιώτη, και τραγούδια των Απόστολου Καλδάρα, Βασίλη Καραπατάκη, Γιώργου Ζαμπέτα, Κώστα Βίρβου, Παπαϊωάννου, κ.ά. Η φιλική του σχέση με τον συνθέτη Μπάμπη Μπακάλη, ο οποίος τον πήγε στην Οντεόν στα πρώτα του βήματα, θα έχει ως αποτέλεσμα μια σειρά μεγάλων επιτυχιών: Δεν είμαι βράχος ούτε βουνό, Το μεροκάματο του πόνου, Να ’μουνα το σεντονάκι, Με πικραμένη την καρδιά, Ούτε τα λεφτά σου ούτε τα καλά σου, Ο Βαγγέλης ο γιε-γιες, Η γαλιάντρα, κ.ά. Ο Περπινιάδης, χάρη στις απεριόριστες φωνητικές του ικανότητες, έχει το χάρισμα να σφραγίζει με την ερμηνεία του επανεκτελέσεις κατά τέτοιον μοναδικό τρόπο, ώστε συχνά να θεωρούνται κλασικές και καλύτερες από τις πρωτότυπες. Έτσι, με τη φωνή του μεγάλα σουξέ γίνονται τα: Αν μ’ αξιώσει ο θεός, Τα δυο σου χέρια (Οι βεργούλες) και Μαύρα μάτια μαύρα φρύδια, του Βαμβακάρη, Αρχόντισσα και Αχάριστη, του Βασίλη Τσιτσάνη, Ο Αντώνης ο Βαρκάρης, των Σπύρου Περιστέρη - Μ. Μάτσα, Γιατί γλυκιά μου κλαις και Ανεβαίνω σκαλοπάτια, του Καλδάρα, κ.ά. «Περιμέναμε με τον Μάτσα και μόλις βλέπαμε να κάνουν επιτυχία οι Μενιδιάτης, Ρεπάνης κ.ά. από την Κολούμπια αμέσως μπαίναμε κι εμείς στο στούντιο και ηχογραφούσαμε τα τραγούδια. Η επανεκτέλεση, όμως, θέλει τέχνη, μαστοριά, πρέπει να βάλεις τη δική σου προσωπικότητα και σφραγίδα για να ξεπεράσεις την πρώτη ερμηνεία». Το ταλέντο και η δημοτικότητά του τον φέρνουν να πρωταγωνιστεί και στον ελληνικό κινηματογράφο, όπου η συμμετοχή του δεν περιορίζεται στην ερμηνεία τραγουδιών -όπως γινόταν συνήθως- αλλά και στο παίξιμο συμπρωταγωνιστικών ρόλων (Συγχώρεσέ με αγάπη μου, 1964, με τον Χριστόφορο Νέζερ και την Κάκια Αναλυτή, Άγγελοι του πεζοδρομίου, 1962, με τους Διονύση Παπαγιαννόπουλο, Δέσπω Διαμαντίδου και Ντίνα Τριάντη). Πολύπλευρος τραγουδιστής, γράφει και ερμηνεύει με επιτυχία δημοτικά τραγούδια, δυνατά ορχηστρικά κομμάτια, και κλέβει την παράσταση στους αμανέδες: «Ο αμανές είναι κάτι το διαφορετικό• δεν διδάσκεται. Εκτός από υψηλή τεχνική απαιτεί και γνώση των παραδοσιακών βυζαντινών μουσικών δρόμων. Στο Καρδιά μου μην πικραίνεσαι η ερμηνεία μου είναι τέτοια που δεν μπορεί να γίνει από άλλον τραγουδιστή. Φέρει την υπογραφή Βαγγέλης Περπινιάδης». Μια άλλη μεγάλη στιγμή είναι και οι ύμνοι για την αγαπημένη του ομάδα, τον Ολυμπιακό: «Τον πρώτο ύμνο τον έγραψα για την ΑΕΚ που συμπαθούσα γιατί τα κατοχικά χρόνια τα πέρασα κοντά στη Φιλαδέλφεια. Ύστερα έγραψα έναν άλλον για τον Παναθηναϊκό, που τραγούδησε ο Ζαγοραίος. Τον Ολυμπιακό τον αγαπούσα γιατί ήμουνα Κοκκινιώτης. Ένα βράδυ του 1963 ήρθαν στο σπίτι μου ο Στράτος Διονυσίου με τον φίλο μου Τάκη Λαζόπουλο και μου είπαν ότι γύρναγαν από το αεροδρόμιο όπου είχαν πάει για να υποδεχθούν την ομάδα του Ολυμπιακού, που είχε κατακτήσει το Βαλκανικό Κύπελλο νικώντας τη Βουλγαρική Λέφσκι με 1-0 στην Κωνσταντινούπολη. Ο Διονυσίου, που ήταν ΠΑΟΚτζής αλλά συμπαθούσε την ομάδα του Πειραιά (για άλλους λόγους κατέληξε να υποστηρίζει τον ΠΑΟ), μου είπε ότι περισσότεροι από 5.000 φίλαθλοι είχαν μαζευτεί στο Ελληνικό και ζητωκραύγαζαν τους παίκτες. Το μυαλό μου πήρε αμέσως στροφές. Ρώτησα τον Λαζόπουλο, που ήταν διαιτητής, να μου πει τα ονόματα των ομάδων που είχε κερδίσει ο Ολυμπιακός. Έτσι έφτιαξα το ρεφρέν Ολυμπί- Ολυμπί- Ολυμπιακέ/Φλαμένγκο Λέφσκι νίκησες/Σάντος και Ζαγκλεμπιέ. Όταν είδα τις πωλήσεις των ύμνων ΑΕΚ 25.000, ΠΑΟ 15.000 και Ολυμπιακός 350.000 δίσκοι, έβαλα το χέρι μου πάνω στο Ευαγγέλιο και ορκίστηκα αιώνια πίστη στην ομάδα του Πειραιά. Ανάλογη επιτυχία είχε τρία χρόνια αργότερα κι ο επόμενος ύμνος του θρύλου με τίτλο Του Μπούκοβι την ομαδάρα».
ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ - ΕΝΤΕΧΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ - ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ Η επιτυχία του Περπινιάδη ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα. Τα ταξίδια του στην Τουρκία, τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, την Αγγλία, τη Γερμανία, την Κύπρο τον έκαναν ιδιαίτερα δημοφιλή και αγαπητό στους ομογενείς, και όχι μόνον, με αποτέλεσμα μέχρι και λίγο πριν φύγει απ’ τη ζωή να περιοδεύει στο εξωτερικό, αφού οι προτάσεις που δεχόταν από τους επιχειρηματίες ήταν ιδιαίτερα πιεστικές και δελεαστικές. Επίσης, σε κάθε του ταξίδι τον τιμούσαν με διπλώματα και πλακέτες για την προσφορά και το έργο του στο ελληνικό τραγούδι. Από το 1963 έως και το 1970 στο πλάι του βρισκόταν η Ρία Νόρμα, με την οποία δημιούργησαν ένα από τα δημοφιλέστερα ντουέτα του λαϊκού τραγουδιού. Μετά το ’70 τη θέση της Νόρμα θα πάρει η Γιώτα Σύλβα. Εκτός από τα στέκια του «Περιβόλας» και «Κεφάλας» εμφανίζεται για πολλές σεζόν στο «Φαληρικόν», στις Τζιτζιφιές, με Παπαϊωάννου, Τσιτσάνη, Γαβαλά, Αγγελόπουλο, Πόλυ Πάνου, Διονυσίου, Ζαγοραίο, Αναγνωστάκη. Το 1965 θα ερμηνεύσει μια σειρά από τραγούδια του Χρήστου Λεοντή σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και Μιχάλη Παπανικολάου (Πού να χωρέσει τ’ όνειρο, Θα ’ρθει το βράδυ βροχερό, κ.ά.), και του Γιώργου Κατσαρού (Κι αν χώρισαν οι δρόμοι μας, Από τα σπίτια τα ψηλά) και θα συμμετάσχει στις συναυλίες των δύο συνθετών σε θέατρα και κινηματογράφους όλης της χώρας. Το 1967 τραγουδά στο μαγαζί του πατέρα του στο Χαϊδάρι. Κιθάρα παίζει ένας ταλαντούχος νεαρός με ωραία φωνή, ο Γιώργος Νταλάρας. Ο Περπινιάδης γνωρίζει την οικογένειά του και αποφασίζει να τον βοηθήσει γράφοντας δύο τραγούδια που ταιριάζουν στην «κανταδόρικη» φωνή του. Ως ημέρα φωνοληψίας ορίζεται η 21η Απριλίου... που, όπως καταλαβαίνετε, ματαιώθηκε. «Αμέσως μετά έφυγα για την Αμερική, όπου είχα υπογράψει για έναν κύκλο εμφανίσεων. Χάρηκα που η μοίρα ξεπλήρωσε στον Γιώργο την ατυχία του και μετά από λίγο διάστημα έγινε γνωστός με το Να ’τανε το ’21». Από το 1975 πηγαίνει στην Panivar, αφού η Minos (μετεξέλιξη των Odeon - Parlophone) -που έχει αναδειχθεί σε πρώτη δύναμη στο ελληνικό τραγούδι με τον Μάκη Μάτσα πλέον στο τιμόνι της με τον οποίο είναι τρεις φορές κουμπάροι-, στην οποία έχει σημειώσει αμέτρητες επιτυχίες, δεν προβάλλει όσο πρέπει τα νέα του τραγούδια. Έτσι τουλάχιστον έβλεπε τα πράγματα ο Περπινιάδης ο οποίος, βέβαια, ήταν απόλυτος, αυστηρός και συνεπής στις επιλογές του αδιαφορώντας για τα νέα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί στη σκηνή του τραγουδιού, στα νέα ρεύματα, στο μάρκετινγκ, που πλέον εφαρμοζόταν συστηματικά, στη δισκογραφία, στη διασκέδαση και παντού. Ο Περπινιάδης, έτσι κι αλλιώς, είχε το δικό του κοινό και τους δικούς του κώδικες έκφρασης, και σ’ αυτούς παρέμεινε πιστός και ακλόνητος αρνούμενος ακόμα και πολύ ελκυστικές προτάσεις, τόσο σε οικονομικό όσο και σε επίπεδο προβολής. Και στην Panivar οι νέες συνθέσεις και οι επανεκτελέσεις του, καθώς και οι ζωντανά ηχογραφημένοι δίσκοι του θα ακολουθήσουν τα γνώριμα σκαλοπάτια της επιτυχίας. Παρέμεινε ενεργός δισκογραφικά μέχρι και το φινάλε του, εκπλήσσοντας τους πάντες αφού η φωνή του παρέμενε δυνατή, αναλλοίωτη και ανέγγιχτη από τον χρόνο. Μια φωνή που τη διέκρινε το έντονο πάθος, με αέρα, πατήματα, αναπνοές, ηχοχρώματα από Βυζάντιο, Σμύρνη και Γαλατά, που μαζί με την πατρική φλέβα προσέδιδαν στις χορδές και το μέταλλό του αποχρώσεις σπάνιες και ξεχωριστές. «Δεν υπάρχει σήμερα λαϊκό τραγούδι, λαϊκό χρώμα, βιώματα και προβληματισμός. Έχουμε πλουτίσει τον ήχο αλλά έχουμε χάσει την ουσία, το θέμα. Ο κόσμος έχει τόσες καθημερινές αγωνίες και ανησυχίες, και τα περισσότερα τραγούδια μιλούν για γιούλια, κρίνους, χυδαιότητες και χαζομάρες. Δεν θέλουν και οι εταιρείες, που δεν προωθούν το αυθεντικό λαϊκό, αλλά προσπαθούν να επιβάλουν θλιβερά υποκατάστατα κάνοντας πλύση εγκεφάλου στον κόσμο».
ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ Πρωταγωνιστής αλλά και εργάτης του λαϊκού τραγουδιού, ο Βαγγέλης Περπινιάδης δεν εγκατέλειψε ούτε στιγμή το πάλκο και τη δισκογραφία. Ακόμη και λίγο πριν το τέλος ταξίδευε στο εξωτερικό, τραγουδούσε στα πανηγύρια και αρνιόταν πεισματικά δελεαστικές προτάσεις για εμφανίσεις σε πολυτελή κοσμικά κέντρα. Ο Περπινιάδης ήταν άνθρωπος που έχει κάνει τον όρο «Λαϊκός Τραγουδιστής» πράξη ζωής. Για περισσότερες από τέσσερεις δεκαετίες ζούσε στο Χαϊδάρι ευτυχισμένος με την οικογένειά του. Τα τελευταία χρόνια εμφανιζόταν για συνεχείς σεζόν στο κέντρο «Λάμψη», στη Λεωφόρο Πάρνηθος, προσφέροντας στον κόσμο που κατέκλύζε το μαγαζί γνήσιο λαϊκό τραγούδι και αληθινή διασκέδαση. Ο Περπινιάδης κυριολεκτικά έφυγε πάνω στο πάλκο. Λίγες μόνο μέρες πριν παραδοθεί ολοκληρωτικά στην ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε τραγουδούσε κανονικότατα. Γαλήνιος, δικαιωμένος και ικανοποιημένος, αφού η βιογραφία του με τον προφητικό τίτλο «Πριν το τέλος» είχε κυκλοφορήσει με πρόλογο του Πάνου Γεραμάνη, αποσπώντας εγκωμιαστικά σχόλια και κριτικές. Είχα την τιμή να επιμεληθώ τη βιογραφία του σπουδαίου αυτού καλλιτέχνη και ανθρώπου, να μοιραστώ για πολύ καιρό τις σκέψεις, τις μνήμες και τις αλήθειες του, που τις κρατώ βαθιά, σε ξεχωριστή θέση, στο μυαλό και στα φυλλοκάρδια μου. Θυμάμαι τον αρχηγό Στέλιο Καζαντζίδη να μου λέει σε συζητήσεις μας: «Ο Περπινιάδης είναι ίσως ο μόνος που μπορεί να συγκριθεί μαζί μου, τόσο σε επίπεδο ερμηνείας όσο και ρεπερτορίου». Με τη σειρά του, ο μάγκας και αριστοκράτης Βαγγέλης, κάθε φορά που μιλούσε για το λαϊκό τραγούδι, το ακριβό μέτρο του ήταν ο Καζαντζίδης.
*Όπου ο λόγος του Βαγγέλη Περπινιάδη σε εισαγωγικά, από το βιβλίο του Κώστα Μπαλαχούτη «Βαγγέλης Περπινιάδης - Πριν Το Τέλος», εκδόσεις Προσκήνιο - Άγγελος Σιδεράτος. |